σαϊτεύω

σαϊτεύω και σαγιτεύω σαΐτεψα, σαϊτεύτηκα, σαϊτεμένος
1. σημαδεύω και χτυπώ με σαΐτα.
2. μτφ., ρίχνω ερωτικά βέλη: Μάτια που σαϊτεύουν.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σαϊτεύω — και σαϊττεύω και σαγιτ(τ)εύω ΝΜ [σαΐτ(τ)α / σαγίτ(τ)α] σημαδεύω και χτυπώ με σαΐτα, τοξεύω νεοελλ. μτφ. χτυπώ κάποιον με τα βέλη τού έρωτα …   Dictionary of Greek

  • δοξαρίζω — [δοξάρι] χτυπώ με τόξο, σαϊτεύω …   Dictionary of Greek

  • μυριοσαϊτεμένος — μυριοσαϊτεμένος, η, ον (Μ) αυτός που πληγώθηκε άπειρες φορές από βέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο)* + σαϊτεμένος (< σαϊτεύω)] …   Dictionary of Greek

  • σαγιτεύω — και σαγιττεύω ΝΜ βλ. σαϊτεύω …   Dictionary of Greek

  • τοξεύω — ΝΜΑ [τόξον] 1. ρίχνω με το τόξο 2. συνεκδ. χτυπώ, τραυματίζω κάποιον με βέλος («τοξεύειν ἔλαφον», Αριστοτ.) 3. (γενικά) εκτοξεύω, εξακοντίζω, εξαπολύω (α. «τοξεύειν ὕμνους», Πίνδ. β. «ταῡτα νοῡς ἐτόξευσεν μάτην», Ευρ.) αρχ. 1. βάλλω εναντίον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.